20 χρόνια από την Εγκαθίδρυση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, 8 Οκτωβρίου 2006Το επετειακό αφιέρωμα

Αρχική

Από το επετειακό λεύκωμα των 20 ετών

Ιστορία της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου

Η καταγραφή μιας διαδρομής μέσα στον δικό μας Τεκτονικό χωρόχρονο, που ξεκίνησε με τις πρώτες αρμονικές κρούσεις των σφυρών στη μεσαιωνική Πύλη Αμμοχώστου και συνεχίζει να εκτείνεται προς το μέλλον.

Η αρχή μιας διαδρομής

Η ιστορία της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου είναι η καταγραφή μιας διαδρομής μέσα στον δικό μας Τεκτονικό χωρόχρονο· μιας πορείας που ξεκίνησε στις 8 Οκτωβρίου 2006, με τις πρώτες αρμονικές κρούσεις των σφυρών στη μεσαιωνική Πύλη Αμμοχώστου, και συνεχίζει να εκτείνεται προς το μέλλον, έχοντας ήδη συμπληρώσει τα πρώτα είκοσι χρόνια της.

Ένας νέος Ναός της Αρετής οικοδομήθηκε, με έμβλημα, τους τρεις αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και τους τρεις Κίονες: τον ιωνικό της Σοφίας, τον δωρικό της Ισχύος και τον κορινθιακό του Κάλλους. Κίονες που, με τη σειρά τους, ορίζουν κάθε μας πράξη, λόγω, έργω ή διανοία.

Ο Κυπριακός Τεκτονισμός, έχοντας εργασθεί επί δεκαετίες μέσα σε ευρύτερα τεκτονικά πλαίσια, έφθασε στην ώρα κατά την οποία ωρίμασαν οι συνθήκες για το δικό του στάδιο, για τη δική του Ανατολή.

Η 4η Δεκεμβρίου 2005 αποτελεί ημερομηνία ορόσημο. Την ημέρα εκείνη συνήλθε η Ιδρυτική και Καταστατική Συνέλευση των Κυπριακών Στοών, οι οποίες τότε εργάζονταν υπό την αιγίδα της Μεγ∴ Στοάς της Ελλάδος. Μέσα σε κλίμα ιστορικής τεκτονικής επίγνωσης και ευθύνης, ελήφθη η απόφαση για την ίδρυση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Την 15η Ιανουαρίου 2006 συνήλθε η Πρώτη Γενική Συνέλευση της Μεγ∴ Στοάς της Κύπρου. Κατά τη Συνέλευση εξελέγη ως πρώτος Μέγ∴ Διδ∴ ο αδ∴ Ιάκωβος (Ιβίκκος) Βορκάς, καθώς και το πρώτο Μεγ∴ Συμβ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Κύπρου. Η εκλογή εκείνη δεν αποτέλεσε απλώς την ανάδειξη προσώπων σε αξιώματα, αλλά την ανάληψη μιας υψηλής αποστολής: της διαφύλαξης του Τάγματος και της περαιτέρω ανάπτυξης του Ελευθεροτεκτονισμού στην Κυπριακή Επικράτεια.

Όπως αναφέρθηκε, η επίσημη Εγκαθίδρυση της Μεγ∴ Στοάς της Κύπρου πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία, στις 8 Οκτωβρίου 2006. Ανάδοχος και Εγκαθιδρύων υπήρξε ο Μέγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Ελλάδος, αδ∴ Σπυρίδων Παΐζης, ενώ συνανάδοχοι υπήρξαν ο Μέγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Πενσυλβανίας των Ηνωμένων Πολιτειών, αδ∴ Ronald Aungst, Sr., και ο Μεγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Αυστρίας, αδ∴ Michael Klauss.

Η 8η Οκτωβρίου 2006 υπήρξε ημέρα τελετουργικής ολοκλήρωσης και ιστορικής δικαίωσης. Εκείνη την ημέρα, ο μόχθος πολλών ετών απέκτησε μορφή και η Μεγ∴ Στοά της Κύπρου εισήλθε στον χάρτη των κανονικών Μεγάλων Στοών ως αυτοτελής Τεκτονική Αρχή.

Η πορεία αυτή, σταδιακά και μέσα από τιτάνιες προσπάθειες, δικαιωνόταν, καθώς η Μεγ∴ Στοά της Κύπρου έτυχε ευρείας διεθνούς αναγνώρισης.

Συμβολικές ρίζες στην κυπραία γη

Η μακραίωνη ιστορία «τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου» προσέφερε τη στέρεη γη πάνω στην οποία χαράχθηκαν γερά θεμέλια, για να σταθεί το οικοδόμημα της Μεγάλης Στοάς των Κυπρίων Ελευθεροτεκτόνων.

Ανασκάπτοντας την «Κυπραία Γη», μεταφέρουμε συμβολικά στο φως, τις απαρχές του παγκόσμιου Τεκτονισμού, οι οποίες, μέσα από διάφορες προσεγγίσεις, αναζητούνται στις αρχαίες ιεροτελεστίες και στα μυστήρια των Ελλήνων και των Αιγυπτίων. Όχι ως αυστηρά ιστορική συνέχεια, αλλά ως συμβολική αναφορά, αυτές επιτρέπουν στη συλλογική μνήμη των Κυπρίων να ανακαλέσει τόπους, μύθους και θρύλους δικούς της, που φέρουν μέσα τους μια πανάρχαια μυητική παράδοση.

Ο νους ταξιδεύει στο Ιερό του Απόλλωνα Υλάτη στο Κούριο, έναν από τους σημαντικότερους αρχαίους χώρους λατρείας της Κύπρου, όπου η λατρεία του θεού μαρτυρείται ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ.

Ταξιδεύει ακόμη στον Αιγύπτιο Φαραώ Τούθμωσι Γ΄, ο οποίος προσάρτησε την Κύπρο στα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ. και, κατά την παράδοση, μύησε ορισμένους, ώστε να συνεχισθεί η άσκηση των αιγυπτιακών μυστηρίων στο νησί.

Η ιστορική προσέγγιση συνδέει την εξέλιξη του Τεκτονισμού με τις ρωμαϊκές συντεχνίες των οικοδόμων. Από αυτές αναπτύχθηκαν αργότερα οι αδελφότητες των οικοδόμων του Μεσαίωνα και, μέσα από αυτές, διαμορφώθηκε σταδιακά το θεωρητικό σύστημα του Τεκτονισμού ή Ελευθεροτεκτονισμού, όπως είναι γνωστό σήμερα. Η πορεία από τον πρακτικό οικοδόμο στον θεωρητικό Τέκτονα είναι, κατά μία έννοια, η πορεία από τον λίθο του οικοδομήματος στον λίθο της ψυχής, και η Κύπρος παρουσιάζει πλούσια μαρτυρία γι’ αυτήν.

Στο νησί σώζονται δημόσια και θρησκευτικά κτίρια, τα οποία επιτρέπουν τη σύνδεση της μεσαιωνικής οικοδομικής παράδοσης με την παρουσία πρακτικών τεκτόνων. Ο επιβλητικός καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου, εντός των τειχών της Αμμοχώστου, έργο των αρχών του 14ου αιώνα, αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπως επίσης και οι λεγόμενες Δίδυμες Εκκλησίες της Αμμοχώστου, οι οποίες έχουν παραδοσιακά αποδοθεί στους Ιππότες του Ναού και του Αγίου Ιωάννη, με αρχική φάση οικοδόμησης τον 13ο αιώνα και μεταγενέστερες προσθήκες κατά τον 14ο αιώνα.

Ιδιαίτερης μνείας αξίζει το Αββαείο του Μπέλλα Παΐς, στην Κερύνεια, το οποίο κτίσθηκε τον 13ο αιώνα από τους Ιππότες του Τάγματος του Αυγουστίνου.

Στο Κολόσσι, το φρούριο που κτίσθηκε αρχικά το 1210 από τους Ιωαννίτες Ιππότες, περιήλθε το 1306, για σύντομο χρονικό διάστημα, στην κατοχή των Ναϊτών. Μετά την κατάργηση του Τάγματος των Ναϊτών, το 1313, ο Πύργος επανήλθε στους Ιωαννίτες, για να καταστραφεί το 1425-26 από τις επιδρομές των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Επάνω στα ερείπια του παλαιού Πύργου κτίσθηκε, το 1454, ο υφιστάμενος Πύργος από τον Μάγιστρο του Τάγματος των Ιωαννιτών, Louis de Magnac. Έτσι, στην ιστορία του παγκόσμιου Τεκτονισμού, η οποία συνδέεται με το ευρύτερο πλαίσιο της μεσαιωνικής οικοδομικής παράδοσης, η Κύπρος μπορεί να αναγνωρίσει, μέσα στη δική της ιστορική διαδρομή, τα ίχνη μιας τεκτονικής παρουσίας. Η γέννηση του παγκόσμιου Ελευθεροτεκτονισμού, όπως οργανώθηκε στη νεότερη μορφή του, τοποθετείται συμβατικά στο 1717, με την ίδρυση της πρώτης Μεγ∴ Στοάς της Αγγλίας. Ο αείμνηστος αδ∴ Γεώργιος Παπαχαραλάμπους, Σεβάσμιος της Στοάς «Σόλων» Λευκωσίας κατά τα έτη 1938-1939, αναφερόμενος σε χειρόγραφο του 1751, το οποίο ανήκε στον Πετράκη Καρίδη, μέλος της γνωστής οικογένειας Καρίδη της Λάρνακας, τοποθετεί τις απαρχές της τεκτονικής παρουσίας στην Κύπρο στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην ίδια οικογένεια ανήκαν ο Χριστόδουλος Καρίδης, γραμματέας του Γαλλικού Προξενείου Λάρνακας κατά τα έτη 1756-1788, και ο Κωνσταντίνος Καρίδης, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Νικομηδείας Αθανάσιος, ο οποίος απαγχονίστηκε το 1821, μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Στο χειρόγραφο Καρίδη αναγράφεται η φράση: «...αυτό είναι ιδιοκτησία ενός Μασώνου, ιδιοκτησία Πετράκη∴». Αν και δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη Στοά, η φράση αυτή αποτελεί ένδειξη ότι, ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, υπήρχαν στην Κύπρο πρόσωπα που αυτοπροσδιορίζονταν ή αναφέρονταν ως Μασόνοι. Δεν αρκεί, ωστόσο, από μόνη της για να τεκμηριώσει την ύπαρξη οργανωμένης τεκτονικής Στοάς ή άλλης συγκροτημένης τεκτονικής δομής.

Τα πρώτα ίχνη

Ο ίδιος αδ∴ Γεώργιος Παπαχαραλάμπους αναφέρεται επίσης σε εγκύκλιο της 2ας Φεβρουαρίου 1815, η οποία εκδόθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, μάρτυρα Κυπριανό, κατά των «αναφανέντων πολλών φαρμασόνων εις την πολιτείαν Σκάλας και Λάρνακος». Η εγκύκλιος αυτή, γνωστή ως εγκύκλιος κατά των Μασόνων, φυλάσσεται μέχρι σήμερα στα αρχεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Το περιεχόμενό της αποτελεί σημαντική μαρτυρία ότι, στις αρχές του 19ου αιώνα, η παρουσία προσώπων που χαρακτηρίζονταν ως Τέκτονες ή Μασόνοι ήταν ήδη γνωστή στην Κύπρο.

Σημαντική ένδειξη της τεκτονικής παρουσίας στο νησί αποτελούν και οι ταφόπλακες του 19ου αιώνα με χαραγμένα τεκτονικά σύμβολα, οι οποίες σώζονται στον περίβολο του Ιερού Ναού του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα. Χαρακτηριστική είναι η ταφόπλακα του Michael de Vezin, προξένου της Βρετανίας στο Χαλέπι και υποπροξένου στη Λάρνακα, στην οποία διακρίνονται ο γνώμονας και ο διαβήτης. Η παρουσία των συγκεκριμένων συμβόλων, αποτελεί ισχυρή ένδειξη της τεκτονικής του ιδιότητας. Οι ανωτέρω μαρτυρίες δεν αρκούν, βεβαίως, για να αποδείξουν την ύπαρξη πλήρως οργανωμένου Τεκτ∴ στην Κύπρο κατά την εποχή εκείνη. Η επικρατούσα ιστοριογραφική άποψη τοποθετεί την εγκαθίδρυση οργανωμένων τεκτονικών Στοών στο νησί μετά τη βρετανική κατάληψη του 1878 και, ιδίως, με την ίδρυση, το 1888, της πρώτης Στοάς στη Λεμεσό υπό την αιγίδα της Μεγ∴ Στοάς της Αγγλίας, με το όνομα «Άγιος Παύλος» (St. Paul’s Lodge), Αρ. 2277.

Οι πρώτες Στοές

Η Στοά «Άγιος Παύλος» Αρ. 2277 μνημονεύεται στο έργο «Ιστορία του Συγκεκροτημένου Κυπριακού Τεκτονισμού», το οποίο εκδόθηκε το 1948 από τον αείμνηστο αδ∴ ιατρό Χριστόφορο Τορναρίτη, ο οποίος διετέλεσε Μέγας Επιθεωρητής των Συμβολικών και Φιλοσοφικών Στοών της Κύπρου υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Ο Τορναρίτης αναφέρει ότι «την 5/5/1888 έλαβε χώραν εις το στρατόπεδο Πολεμιδιών υπό Άγγλων Τεκτ∴ σύσκεψις δια την ίδρυσιν εν Κύπρω Τεκτ∴ Στ∴, η οποία έλαβε σάρκα και οστά την 2/11/1888 υπό το όνομα Άγιος Παύλος (St. Paul’s Lodge)».

Η ίδια Στοά αναφέρεται και σε έκδοση της Ηνωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας του 1967, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο των εορτασμών για τη συμπλήρωση 250 ετών από την ίδρυση της πρώτης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας το 1717.

Μεταξύ των ιδρυτών της Στοάς «Άγιος Παύλος», υπήρξε ο Άγγλος γραμματέας του βρετανικού στρατού, Τζων Πέρσυ Γουάιτ. Η προσπάθειά του δεν περιορίστηκε στην επάνδρωση της Στοάς με Άγγλους στρατιωτικούς και Βρετανούς κατοίκους της Κύπρου. Αντιθέτως, επιδίωξε και τη συμμετοχή Κυπρίων πολιτών, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία των πρώτων γεφυρών ανάμεσα στον βρετανικό και τον κυπριακό τεκτονικό κόσμο.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η παρουσία του Δρος Ιωάννη Καραγεωργιάδη, ο οποίος υπήρξε μέλος της Στοάς «Άγιος Παύλος». Ο Καραγεωργιάδης είχε μυηθεί στον Τεκτονισμό ήδη από το 1865 στην Αθήνα, στη Στοά «Α΄ Πανελλήνιον», και έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περαιτέρω εξέλιξη του Τεκτονισμού στην Κύπρο. Με δική του πρωτοβουλία και δράση συνδέεται η ίδρυση της Στοάς «Ζήνων» στη Λεμεσό το 1893, ενώ αργότερα ακολούθησαν οι Στοές «Κίμων» στη Λάρνακα, το 1918, και «Σόλων» στη Λευκωσία, το 1921.

Η ίδρυση της Στοάς «Ζήνων» αποτέλεσε, επομένως, έναν νέο και ιδιαίτερα σημαντικό σταθμό στην πορεία του Κυπριακού Τεκτονισμού.

Ο Π. Β. Χατζηπάνος, στο έργο του «Ελληνικός Ελευθεροτεκτονισμός 1740-1950», γράφει χαρακτηριστικά: «Η Στ∴ Ζήνων υπ’ αρ. 18 εν Λεμεσώ, ιδρυθείσα τον Νοέμβριον 1893, είναι η πρώτη εν Κύπρω Στοά υπό Ελληνικήν αιγίδα τη αιτήσει 14 αδελφών ενθέρμων πατριωτών υπό την αιγίδα του αδ∴ Ιωάννη Καραγεωργιάδη». Η ίδρυσή της συνέδεσε τον κυπριακό τεκτονικό βίο με την ελληνόφωνη τεκτονική παράδοση και άνοιξε έναν νέο δρόμο για την ανάπτυξη του Τεκτονισμού στο νησί.

Η πορεία προς την ίδρυση της Στοάς «Ζήνων» είχε, ωστόσο, αρχίσει ήδη λίγα χρόνια νωρίτερα. Στις 20 Ιανουαρίου 1890, ο αδ∴ Τζων Πέρσυ Γουάιτ είχε αποστείλει διερευνητική επιστολή προς τον αδ∴ Σ. Στεφάνου, τότε Μεγάλο Γενικό Γραμματέα της Μεγάλης Ανατολής της Ελλάδος, ερωτώντας εάν θα υπήρχε δυσκολία στην ίδρυση ελληνικής Στοάς στην Κύπρο υπό την αιγίδα της Μεγάλης Ανατολής της Ελλάδος. Η απάντηση, υπό τον τότε Μέγα Διδάσκαλο αδ...Νικόλαο Δαμασκηνό, υπήρξε άμεση και θετική.

Η εξέλιξη αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τη Μεγάλη Στοά της Αγγλίας, η οποία θεωρούσε την Κύπρο μέρος της δικής της τεκτονικής δικαιοδοσίας. Έτσι, η ίδρυση μιας ελληνικής Στοάς δεν αποτέλεσε απλώς ζήτημα νέας τεκτονικής παρουσίας, αλλά έθεσε και το ζήτημα της δικαιοδοσίας και, ευρύτερα, της ταυτότητας του Τεκτονισμού στην Κύπρο. Πέρα από το ποια Μεγάλη Στοά θα ασκούσε την αιγίδα, αναδεικνυόταν πλέον ένα ευρύτερο ερώτημα: κατά πόσον οι Κύπριοι θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τον Τεκτονισμό στη γλώσσα, στο ήθος και στην πνευματική τους ιδιοπροσωπία.

Επικαλούμενη την αρχή της εθνικότητας, την οποία και η ίδια η Μεγάλη Στοά της Αγγλίας είχε χρησιμοποιήσει ως βάση για την ίδρυση Στοών υπό την αιγίδα της σε χώρες όπου διέμεναν Βρετανοί πολίτες, η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος προχώρησε στην Εγκαθίδρυση της πρώτης ελληνικής Στοάς στην Κύπρο, της Στοάς «Ζήνων» υπ’ αρ. 18, στην Ανατολή Λεμεσού, στις 15 Νοεμβρίου 1893.

Η ίδρυση της Στοάς «Ζήνων» δεν παρέμεινε ένα μεμονωμένο γεγονός. Στα επόμενα χρόνια, ο Ελληνικός Τεκτονισμός στην Κύπρο άρχισε να αποκτά σταθερότερη παρουσία και να διευρύνεται γεωγραφικά. Στη Λάρνακα, στη Λευκωσία, στην Πάφο και στην Αμμόχωστο, δημιουργήθηκαν ελληνόφωνες Στοές, διαμορφώνοντας σταδιακά ένα ευρύτερο τεκτονικό δίκτυο στο νησί. Η εξέλιξη αυτή υπερέβαινε πλέον τα όρια της οργανωτικής ανάπτυξης. Με τη δημιουργία και την εδραίωση των Στοών, άρχισε να συγκροτείται σταδιακά ένα ιδιαίτερο κυπριακό τεκτονικό σώμα, με τη δική του ιστορική εμπειρία, τις δικές του ανάγκες και τη δική του πορεία. Μια πορεία που, ύστερα από δεκαετίες εργασίας και ωρίμανσης, θα οδηγούσε τελικά στην ίδρυση της δικής του Μεγάλης Στοάς.

Κατά σειράν, οι ελληνόφωνες Στοές που ιδρύθηκαν και εργάσθηκαν υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος και αργότερα συνέβαλαν στη συγκρότηση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, ήταν οι ακόλουθες:

1. Η Στοά «Κίμων», η οποία εγκαθιδρύθηκε στη Λάρνακα στις 7 Οκτωβρίου 1918 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 1.

2. Η Στοά «Σόλων», η οποία εγκαθιδρύθηκε στη Λευκωσία στις 18 Ιουλίου 1921 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 2.

3. Η Στοά «Κινύρας», η οποία εγκαθιδρύθηκε στην Πάφο στις 23 Ιουνίου 1923 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 3.

4. Η Στοά «Ευαγόρας», η οποία εγκαθιδρύθηκε στην Αμμόχωστο στις 18 Μαρτίου 1928 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 4.

5. Η Στοά «Άδωνις», η οποία εγκαθιδρύθηκε στη Λευκωσία στις 12 Νοεμβρίου 1961 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 5.

6. Η Στοά «Κοινόν Κυπρίων», η οποία εγκαθιδρύθηκε στη Λευκωσία το 1977 και σήμερα εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου με Αρ. 6.

7. Η αγγλόφωνη Στοά «Φοίνιξ», η οποία εγκαθιδρύθηκε στη Λευκωσία στις 26 Οκτωβρίου 1995 και επέλεξε να ενταχθεί υπό την αιγίδα της Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς Κύπρου της Ηνωμένης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας, όπου εργάζεται με Αρ. 9817.

Σημειώνεται ότι η Στοά «Ζήνων» αρ.18, συνέχισε να εργάζεται υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Η ιστορία της, ωστόσο, παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης ιστορικής μνήμης του Κυπριακού Τεκτονισμού. Έτσι στις 22 Μαΐου 2022 ενετάχθη και αυτή υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Ο δρόμος προς την αυτοτέλεια

Το ζήτημα της θεσμικής οργάνωσης του Τεκτονισμού στην Κύπρο άρχισε να συζητείται μεταξύ των Κυπρίων Τεκτόνων ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στο επίκεντρο της συζήτησης διαμορφώθηκαν σταδιακά δύο διαφορετικές επιλογές: αφενός, η ίδρυση Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, η οποία θα παρέμενε στο πλαίσιο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, και, αφετέρου, η δημιουργία πλήρως ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, ως αυτοτελούς Τεκτονικής Αρχής.

Η πρώτη επίσημη συζήτηση για το ζήτημα πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 1988, κατά τη Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Η συζήτηση, ωστόσο, δεν είχε τότε άμεση συνέχεια. Η προοπτική μιας Μεγάλης Στοάς στην Κύπρο αντιμετωπιζόταν ακόμη με επιφυλακτικότητα, κυρίως λόγω επιχειρημάτων εθνικού χαρακτήρα.

Το ζήτημα επανήλθε επισήμως το 1996, με συγκεκριμένη πλέον πρόταση για την ίδρυση Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Η εισήγηση υποβλήθηκε από την αντιπροσωπεία των Κυπριακών Στοών στη Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, στις 27 Ιανουαρίου 1996, έπειτα από ειδική συνεδρία των Σεβασμίων, Αντιπροσώπων, Επιθεωρητών και Κοσμητόρων της Κύπρου, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στη Λεμεσό, στις 15 Ιανουαρίου 1996.

Από το σημείο αυτό και έπειτα, η πορεία προς τη θεσμική αυτονομία του Κυπριακού Τεκτονισμού εισήλθε σε μια μακρά και σταδιακή διαδικασία. Η Περιφερειακή Μεγάλη Στοά αποτελούσε την άμεση και θεσμικά εφικτή λύση στο πλαίσιο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ενώ η πλήρης ανεξαρτησία αποτελούσε μια ευρύτερη προοπτική, η οποία θα απαιτούσε διαφορετική θεσμική εξέλιξη. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για την κατανόηση των γεγονότων που ακολούθησαν.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1998, κατά τη συνεδρία Επιθεωρητών και Κοσμητόρων, αποφασίσθηκε η αποστολή Μνημονίου προς τη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος, με εισήγηση για τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη και του Γενικού Κανονισμού, ώστε να προβλέπεται η δυνατότητα ίδρυσης Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς στην Κύπρο.

Δύο χρόνια αργότερα, στην Καταστατική Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, στις 14 Οκτωβρίου 2000, εγκρίθηκε η αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη και του Γενικού Κανονισμού, ώστε να προβλέπεται η ίδρυση Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς Κύπρου.

Η εξέλιξη αυτή, δημιούργησε πλέον το θεσμικό έρεισμα για το επόμενο βήμα. Στις 31 Οκτωβρίου 2001, κατά τη συνεδρία του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος με τους Κυπρίους Κοσμήτορες στην Αθήνα, οι Κύπριοι Κοσμήτορες κατέθεσαν πλήρη πρόταση υπέρ της ίδρυσης Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς Κύπρου.

Με τον υπ’ αριθμόν 42623 Πίνακα, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2001, η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος, ζήτησε τη διεξαγωγή ψηφοφορίας σε όλες τις Στοές της Κύπρου, από όλα τα μέλη - Μαθητές, Εταίρους και Διδασκάλους - για τρείς επιλογές: α) Ίδρυση Μεγάλης Στοάς Κύπρου, β) Ίδρυση Μεγάλης Περιφερειακής Στοάς Κύπρου, γ) Παραμονή υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας υπήρξε, με μεγάλη πλειοψηφία, υπέρ της παραμονής υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ενώ οι άλλες δύο επιλογές συγκέντρωσαν πολύ χαμηλά ποσοστά.

Στις 16 Οκτωβρίου 2002, στην Αθήνα, κατά την ετήσια κοινή συνεδρία του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος με τους Επιθεωρητές και Κοσμήτορες των Κυπριακών Στοών, οι Κύπριοι Επιθεωρητές και Κοσμήτορες αμφισβήτησαν την ορθότητα της ψηφοφορίας, λόγω της συμμετοχής σε αυτήν αδελφών Μαθητών και Εταίρων. Το σκεπτικό ήταν ότι, οι Μαθητές και οι Εταίροι δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν επαρκώς τις έννοιες και τους όρους που συνδέονταν με την ίδρυση και τη λειτουργία μιας Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Ζητήθηκε, ως εκ τούτου, η άμεση ίδρυση Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς στην Κύπρο.

Το αίτημα αυτό οδήγησε σε μια νέα διαδικασία λήψης απόφασης. Κατά τη συνεδρία της 26ης Φεβρουαρίου 2003, το Συμβούλιο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος αποφάσισε την αποστολή Πίνακα προς όλες τις Στοές της Κύπρου, προκειμένου να ληφθεί οριστική θέση, η οποία θα προέκυπτε από συνεδρίες σε βαθμό Διδασκάλου Τέκτονος.

Ακολούθησαν σειρά συνεδριών και διαβουλεύσεων μεταξύ των Κυπρίων Σεβασμίων, Επιθεωρητών και Κοσμητόρων. Οι θέσεις των Στοών αποτυπώθηκαν τελικά σε επιστολή ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2003. Πέντε Στοές - η «Ζήνων» αρ. 18 Λεμεσού, η «Κίμων» αρ. 53 Λάρνακας, η «Κινύρας» αρ. 64 Πάφου, η «Ευαγόρας» αρ. 77 Αμμοχώστου και το «Κοινόν Κυπρίων» αρ. 126 Λευκωσίας τάχθηκαν υπέρ της ίδρυσης ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Αντίθετη θέση έλαβε η Στοά «Άδωνις» αρ. 115 Λευκωσίας, με Πίνακα ημερομηνίας 13 Ιουλίου 2003, στον οποίο, μεταξύ άλλων, γινόταν αναφορά σε «αποσκίρτηση» των πέντε Στοών που είχαν ταχθεί υπέρ της ίδρυσης ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Αρνητικά τοποθετήθηκε και η Στοά «Σόλων» αρ. 55 Λευκωσίας, με Πίνακα ημερομηνίας 20 Οκτωβρίου 2003, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει «να διατηρηθεί ο ελληνικός κυπριακός τεκτονισμός εις τας προστατευτικάς αγκάλας και την φύλαξιν της Μεγ:. Στοάς της Ελλάδος». Η Στοά «Φοίνιξ» αρ. 136 Λευκωσίας δεν έλαβε θέση.

Η συζήτηση μεταφέρθηκε στη Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, στις 31 Ιανουαρίου 2004, όπου οι αντιπρόσωποι των Κυπριακών Στοών τάχθηκαν υπέρ της ίδρυσης ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Ιδιαίτερη σημασία είχε το γεγονός ότι και η Στοά «Σόλων», διαφοροποιούμενη από την προηγούμενη θέση της, τάχθηκε πλέον υπέρ της ανεξαρτησίας.

Το ζήτημα εξετάστηκε εκ νέου στις 18 Φεβρουαρίου 2004, σε ειδική συνεδρία στο Τεκτονικό Μέγαρο Λάρνακας, υπό την προεδρία του Μεγάλου Διδασκάλου αδ∴ Σπυρίδωνος Παΐζη και με τη συμμετοχή όλων των Στοών της Κύπρου. Το θέμα συζητήθηκε διεξοδικά, χωρίς όμως να ληφθεί συγκεκριμένη απόφαση. Ο Μέγας Διδάσκαλος κατέληξε ότι η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος εισηγείται και υποστηρίζει την ίδρυση Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, πλην όμως η τελική απόφαση θα έπρεπε να ληφθεί από τις ίδιες τις Στοές της Κύπρου.

Η θέση αυτή οδήγησε σε μια νέα θεσμική επιλογή. Στη συνεδρία της 5ης Απριλίου 2004, το Συμβούλιο της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος αποφάσισε την ίδρυση Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς, ως ενδιάμεσο και προπαρασκευαστικό βήμα προς την ίδρυση ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Η μεταβατική αυτή λύση, ωστόσο, δεν επρόκειτο να αποτελέσει την τελική κατάληξη. Στη συνεδρία της 15ης Σεπτεμβρίου 2004, η θέση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος μεταβλήθηκε και αποφασίσθηκε πλέον η άμεση ίδρυση ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Η νέα αυτή θέση μεταφέρθηκε στην Κύπρο στις 18 Σεπτεμβρίου 2004, κατά την επίσκεψη του Πρόσθετου Μεγάλου Διδασκάλου αδ∴ Νίκου Βουργίδη και του Μεγάλου Ρήτορα αδ∴ Λεωνίδα Παπαδόπουλου, οι οποίοι ζήτησαν από τις Στοές της Κύπρου να αποστείλουν τις θέσεις τους μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 2004.

Από τις οκτώ Στοές της Κύπρου απάντησαν οι τρεις. Η Στοά «Ζήνων» Λεμεσού, με Πίνακα ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου 2004, τάχθηκε υπέρ της ίδρυσης ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Η Στοά «Ευαγόρας» Αμμοχώστου, με Πίνακα ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 2004, τάχθηκε υπέρ της ίδρυσης Περιφερειακής Μεγάλης Στοάς. Η Στοά «Σόλων» Λευκωσίας, με Πίνακα ημερομηνίας 21 Οκτωβρίου 2004, αποφάσισε να παραμείνει η κατάσταση ως είχε.

Παρά τις διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις, η διαδικασία προχώρησε. Στη συνεδρία της 10ης Νοεμβρίου 2004 της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος επαναβεβαιώθηκε ομόφωνα η στήριξη της πλειοψηφίας των Κυπριακών Στοών υπέρ της άμεσης ίδρυσης ανεξάρτητης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Για την οριστική αποσαφήνιση της βούλησης των Στοών ακολούθησε, στις 12 Μαρτίου 2005, νέα μυστική ψηφοφορία σε Μέσο Δώμα σε όλες τις Στοές της Κύπρου, προκειμένου κάθε Στοά να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της ίδρυσης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Το αποτέλεσμα αποτύπωσε με σαφήνεια τη νέα ισορροπία.

Έξι Στοές - η «Ζήνων», η «Κίμων», η «Κινύρας», η «Ευαγόρας», ο «Άδωνις» και το «Κοινόν Κυπρίων» - ψήφισαν υπέρ της ίδρυσης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Τρεις από αυτές έλαβαν ομόφωνη απόφαση και οι άλλες τρεις με μεγάλη πλειοψηφία.

Η Στοά «Σόλων», κατά τη συνεδρία της σε Μέσο Δώμα, στις 9 Μαρτίου 2005, είχε ψηφίσει εναντίον της ίδρυσης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Από τους 31 ψηφίσαντες, 19 ψήφισαν εναντίον και 12 υπέρ. Η Στοά «Φοίνιξ» αποφάσισε να τηρήσει αποχή.

Η θέση της «Σόλων» δεν παρέμεινε, όμως, οριστική. Πριν από την Ιδρυτική και Καταστατική Συνέλευση, η οποία είχε αποφασισθεί να πραγματοποιηθεί στη Λεμεσό στις 4 Δεκεμβρίου 2005, η Στοά «Σόλων», σε έκτακτη συνεδρία Μέσου Δώματός της στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, προχώρησε σε νέα μυστική ψηφοφορία. Αυτή τη φορά τάχθηκε υπέρ της ίδρυσης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, με 20 ψήφους υπέρ, επί συνόλου 29 ψηφισάντων. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την τελική πράξη. Η Ιδρυτική και Καταστατική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου πραγματοποιήθηκε τελικώς στις 4 Δεκεμβρίου 2005, στο Τεκτονικό Μέγαρο Λευκωσίας. Παρούσες ήταν έξι Στοές: η «Κίμων» Λάρνακας, η «Σόλων» Λευκωσίας, η «Κινύρας» Πάφου, η «Ευαγόρας» Αμμοχώστου, ο «Άδωνις» Λευκωσίας και το «Κοινόν Κυπρίων» Λευκωσίας.

Η Στοά «Ζήνων» Λεμεσού, παρά την προηγούμενη τοποθέτησή της υπέρ της ίδρυσης Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, δεν παρέστη, ενώ απούσα ήταν επίσης η Στοά «Φοίνιξ» Λευκωσίας.

Η Εγκαθίδρυση

Ο Ιδρυτικός Χάρτης της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.
Ο Ιδρυτικός Χάρτης της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Στη Γενική Καταστατική Συνέλευση της 4ης Δεκεμβρίου 2005, αποφασίσθηκε παμψηφεί, από τις έξι παρούσες Στοές, η ίδρυση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Παράλληλα, εγκρίθηκαν ο Καταστατικός Χάρτης και ο Γενικός Κανονισμός. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το θεσμικό θεμέλιο πάνω στο οποίο επρόκειτο να ανεγερθεί το οικοδόμημα της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Το επόμενο βήμα ήταν η συγκρότηση της νέας Τεκτονικής Αρχής. Στις 15 Ιανουαρίου 2006 συνήλθε η Πρώτη Γενική Συνέλευση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου και εξέλεξε ως πρώτο Μέγα Διδάσκαλο τον αδ∴ Ιάκωβο (Ιβίκκο) Βορκά. Ως μέλη του πρώτου Συμβουλίου εξελέγησαν οι αδδ∴ Ανδρέας Ασσιώτης, ως Πρόσθετος Μέγας Διδάσκαλος, καθώς και οι αδδ∴ Παναγιώτης Ιωάννου, Σάββας Πιλακούτας, Αδάμος Κωμοδρόμος, Αντώνης Νεοφύτου, Χαρουτιούν Αρακελιάν, Αθανάσιος Παπαδόπουλος, Κυριάκος Νεοκλέους, Παναγιώτης Βαβλίτης και Χριστόδουλος Κυπερούντας.

Ακολούθως, ο Μέγας Διδάσκαλος της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, αδ∴ Σπυρίδων Παΐζης, με Διάταγμά του ημερομηνίας 1 Φεβρουαρίου 2006, προς απάσας τας υπό την αιγίδα αυτής Σ∴ Στ∴, ανακοίνωσε την απόφαση του Συμβ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Ελλάδος, η οποία είχε ληφθεί κατά τη συνεδρία της 27ης Ιανουαρίου 2006, περί αναγνώρισης της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, η οποία είχε ιδρυθεί στις 15 Ιανουαρίου 2006, με απόφαση της προαναφερθείσας Πρώτης Γενικής Συνέλευσης. Με την αναγνώριση αυτή, ολοκληρώθηκε ένα ακόμη σημαντικό στάδιο της πορείας προς την πλήρη θεσμική συγκρότηση της νέας Μεγ∴ Στοάς. Η ιδρυτική απόφαση είχε πλέον λάβει και την επίσημη αναγνώριση της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ανοίγοντας τον δρόμο για την τελετουργική Εγκαθίδρυση της νέας Τεκτονικής Αρχής.

Έτσι, στις 8 Οκτωβρίου 2006, στην Πύλη Αμμοχώστου, στη Λευκωσία, πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή της Εγκαθίδρυσης της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Ανάδοχος και Εγκαθιδρύων, υπήρξε ο Μέγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Ελλάδος, αδ∴ Σπυρίδων Παΐζης. Συνανάδοχοι υπήρξαν ο Μέγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Πενσυλβανίας των Ηνωμένων Πολιτειών, αδ∴ Ronald Aungst, Sr., και ο Μέγ∴ Διδ∴ της Μεγ∴ Στοάς της Αυστρίας, αδ∴ Michael Klauss.

Η 8η Οκτωβρίου 2006, αποτέλεσε έτσι, την τελετουργική και ιστορική κορύφωση μιας πορείας που είχε αρχίσει πολλές δεκαετίες νωρίτερα. Οι διαβουλεύσεις, οι διαφορετικές προσεγγίσεις, οι αποφάσεις και οι διαδοχικοί θεσμικοί σταθμοί είχαν πλέον οδηγήσει στην επίσημη εγκαθίδρυση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Με την τελετή εκείνη, ο Κυπριακός Τεκτονισμός απέκτησε την οριστική θεσμική του μορφή ως αυτοτελής Μεγάλη Στοά. Μαζί με την αυτοτέλεια, αναλάμβανε και μια νέα ευθύνη: να διαφυλάξει την παράδοση που παρέλαβε, να υπηρετήσει την κανονικότητα και να οικοδομήσει, με επίγνωση του παρελθόντος, την πορεία του προς το μέλλον.

Η ιστορική της πορεία είναι, πάνω απ’ όλα, πορεία Φωτός. Είναι το πέρασμα από την αναζήτηση στη συγκρότηση, από την επιθυμία στην ευθύνη, από τον σπόρο στο δένδρο. Και, όπως κάθε αληθινό τεκτονικό έργο, έτσι και η Μεγάλη Στοά της Κύπρου, συνεχίζει να οικοδομεί, με Πίστη στον Μ...Α...Τ...Σ∴, Ελπίδα στην Αθανασία και Φιλανθρωπία προς την Ανθρωπότητα.

Η δεύτερη δεκαετία

Με τη συμπλήρωση της πρώτης μεγάλης δεκαετούς περιόδου, το 2016, ολοκληρώθηκε ένας πρώτος κύκλος στην ιστορία της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου. Η πορεία του άστρου που είχε ανατείλει το 2006, συνεχιζόταν στον ουράνιο θόλο, εισάγοντας το Τάγμα στη δεύτερη δεκαετία της ιστορίας του. Αν η πρώτη δεκαετία υπήρξε ο καιρός της θεμελίωσης, η δεύτερη θα ήταν ο καιρός της ανύψωσης των κιόνων· ο καιρός κατά τον οποίο το οικοδόμημα, λαξευμένο με τον γνώμονα και τον διαβήτη, θα ύψωνε τη στέγη του προς τον ουρανό και θα άνοιγε τις πύλες του προς την Οικουμένη.

Η αυγή αυτής της δεύτερης δεκαετίας ανέτειλε εν Ανατολή Λευκωσίας, στις 7 Φεβρουαρίου 2016, όταν, υπό τη σφύρα του Ενδοξοτάτου Μεγάλου Διδασκάλου Φιλτ∴ Αδ∴ Πέτρου Μαχαλεπή, συνήλθε η δέκατη Ετήσια Γενική Συνέλευση. Πριν στραφεί προς το μέλλον το Τάγμα, έστρεψε το βλέμμα προς το παρελθόν και έκλινε το γόνυ στη μνήμη των Ενδόξων Αδελφών Ιβίκκου Βορκά, Ανδρέα Ασσιώτη, Αθανάσιου Παπαδόπουλου, Χριστόδουλου Θεμιστοκλέους, Ιούλιου Σταυρινίδη και Χαρουτιούν Αρακελιάν, οι οποίοι, αφού εργάστηκαν πιστά μέσα στον Ναό, μετέστησαν στην Αιωνία Ανατολή. Η φλόγα της μνήμης τους φώτισε τις εργασίες εκείνης της ημέρας και έκτοτε φωτίζει κάθε σελίδα της ιστορίας μας.

Στη συνέχεια, με το βλέμμα στραμμένο προς το επερχόμενο ορόσημο, η Συνέλευση εξήγγειλε την ολοκλήρωση και τους εορτασμούς για την πρώτη δεκαετία της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Η πορεία της δεύτερης δεκαετίας συνεχίστηκε και, στις 21 Ιανουαρίου 2018, όταν ο τεκτονικός χρόνος σηματοδότησε έναν ακόμη σημαντικό σταθμό παράδοσης και παραλαβής. Ενώπιον εκατόν πενήντα δύο Αδελφών, η δωδέκατη Ετήσια Γενική και Εκλογική Συνέλευση τίμησε τον απερχόμενο Μέγα Διδάσκαλο Πέτρο Μαχαλεπή, ο οποίος, κάνοντας αναδρομή στην τριετή θητεία του, διαβεβαίωσε τους Αδελφούς ότι θα παρέμενε πάντοτε παρών, στο πλευρό του νέου Συμβουλίου.

Κατά την ίδια Συνέλευση τιμήθηκαν οι εργάτες της τελετουργικής ανακαίνισης, οι Αδελφοί που λάξευσαν τα νέα Τυπικά του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου Βαθμού, καθώς και οι διάκονοι της φιλανθρωπίας και της γραμματείας του Τάγματος, από τους οποίους ορισμένοι ανακηρύχθηκαν Επίτιμοι Μεγάλοι Αξιωματικοί.

Και όταν η ψήφος των Αδελφών ανέδειξε, χωρίς ανθυποψήφιο, στο ύπατο αξίωμα τον Ενδ∴ Αδ∴ Ανδρέα Χαραλάμπους, ο Ναός έζησε μία από τις ιερότερες στιγμές του. Ο νέος Μέγας Διδάσκαλος, εισήχθη κάτω από τη χαλύβδινη αψίδα πέντε ξιφοφόρων, υπό τον ήχο των κρουομένων σφυρών, έδωσε τον καθιερωμένο όρκο και εγκαταστάθηκε στην έδρα του Βασιλέως Σολομώντος.

Το νέο, υπό τον Μέγ∴ Διδάσκαλο, δεκαμελές Συμβούλιο, με επικεφαλής τον Προσθ∴ Μέγα Διδάσκαλο Αδ∴ Χρύσανθο Χρυσάνθη, ανέλαβε την ευθύνη της συνέχισης του έργου. Μέσα από την υπόσχεσή του ότι όλοι οι Αδελφοί θα εργαστούν ενωμένοι, εξέφρασε τη δέσμευση για τη συνέχιση της κοινής εργασίας· μια υπόσχεση που έμελλε να τηρηθεί και τηρείται στο ακέραιο.

Ο πρώτος χρόνος της νέας Μεγάλης Διδασκαλίας καρποφόρησε γρήγορα. Η δέκατη τρίτη Γενική Συνέλευση, στις 2 Φεβρουαρίου 2019, άκουσε τον απολογισμό μιας χρονιάς που είχε αναπτυχθεί γύρω από τέσσερις βασικούς κίονες: την εσωτερική οργάνωση, το πνευματικό έργο, τις εξωτερικές σχέσεις και τη διεθνή παρουσία. Στο Συμβούλιο επικρατούσε διαρκής σύμπνοια και ομόνοια, ενώ οι συνεδρίες του, απέπνεαν πνεύμα αυτοκριτικής αλλά και δημιουργικής κριτικής, γιατί ο αληθινός Τέκτονας λαξεύει πρώτα τον δικό του λίθο.

Κορωνίδα, όμως, της χρονιάς υπήρξε η φιλανθρωπία. Επιταγή δέκα χιλιάδων ευρώ παραδόθηκε στους Shriners, καρπός της μεγάλης φιλανθρωπικής εκδήλωσης που είχε οργανώσει με μεγάλη επιτυχία ο Αδ∴ Κώστας Παρασκευαΐδης. Ήταν ακόμη μία έμπρακτη απόδειξη ότι το φως του Ναού δεν φυλάσσεται μέσα στα τείχη του, αλλά ξεχύνεται προς τον κόσμο που υποφέρει.

Την ίδια χρονιά, το Τάγμα υποκλίθηκε μπροστά σε ένα ορόσημο αιώνος. Η Σεπτή Στοά «Κίμων», συμπλήρωσε εκατό χρόνια ζωής και προσφοράς και ο Μέγας Διδάσκαλος τής απηύθυνε τον χαιρετισμό της ευγνωμοσύνης.

Η δέκατη τέταρτη Γενική Συνέλευση, στις 8 Φεβρουαρίου 2020, βρήκε τη Μεγάλη Στοά στο απόγειο της εξωστρέφειάς της. Ο Μέγας Διδάσκαλος ανήγγειλε ότι συμπληρώνονταν δεκαπέντε χρόνια από την ίδρυσή της και ότι το ορόσημο αυτό θα κορυφωνόταν με διήμερους εορτασμούς, προβάλλοντας το Τάγμα και προς τον αμύητο κόσμο.

Το σημαντικότερο, όμως, ιστορικό άγγελμα εκείνης της ημέρας ήταν άλλο: η Μεγάλη Στοά της Κύπρου είχε πλέον αναγνωριστεί από σχεδόν εκατόν εξήντα χώρες σε πέντε ηπείρους. Το μικρό νησί της Αφροδίτης κατελάμβανε πλέον τη θέση του στον παγκόσμιο τεκτονικό χάρτη, καρπός των ακούραστων προσπαθειών του Μεγάλου Διδασκάλου και των μελών του Συμβουλίου. Από τη θέση αυτή, η Μεγάλη Στοά της Κύπρου είχε πλέον και η ίδια αναγνωρίσει δύο Μεγάλες Στοές στη Βραζιλία. Κατά το ίδιο έτος, θεσμοθετήθηκαν οι αιμοδοσίες «Σταγόνες Ζωής» - ο Τεκτονισμός στην υπηρεσία της ζωής, με την πιο κυριολεκτική της μορφή. Παράλληλα, ετοιμάζονταν μεταφράσεις των κανονισμών για τις αλλόφωνες Στοές, καθώς και πακέτο εισδοχής για τους νεομυημένους. Η αύξηση των μελών, όπως τονίστηκε, δεν αποτελούσε αυτοσκοπό, αλλά καρπό της απαρέγκλιτης τήρησης των Τυπικών και των Κανονισμών. Ο Μέγας Διδάσκαλος έκλεισε με μια ευχή που έμελλε, εν αγνοία όλων τότε, να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία: «αγάπη, ειρήνη και ηρεμία, για να μπορούμε να επιτελούμε το έργο μας ως τέκτονες».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η πορεία αυτή ανακόπηκε από μια πρωτοφανή δοκιμασία. Το έτος 2020 σφραγίστηκε από την παγκόσμια θύελλα της πανδημίας του κορωνοϊού, η οποία σίγησε τους Ναούς και ανέστειλε τις διά ζώσης συνάξεις των Αδελφών. Η Ετήσια Γενική Συνέλευση, με την πλήρη τελετουργική της μορφή, δεν κατέστη δυνατόν να συγκληθεί. Μόνον ο Οικονομικός Απολογισμός και ο απολογισμός του Ελεονομείου πραγματοποιήθηκαν στις 23 Οκτωβρίου 2021, ως λιτή αλλά εύγλωττη μαρτυρία ότι, ακόμη και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, η διοικητική συνέπεια και η φιλανθρωπική καρδιά του Τάγματος, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να πάλλονται.

Ο Τέκτονας, ακόμη και όταν ο Ναός σιωπά, συνεχίζει να λαξεύει τον λίθο του.

Και ο Ναός άνοιξε και πάλι. Στις 19 Φεβρουαρίου 2022, η δέκατη έκτη Γενική Συνέλευση - δέκατη έκτη, μολονότι η προηγούμενη δεν είχε συγκληθεί, γιατί ο τεκτονικός χρόνος δεν δύναται να απωλέσει τους αριθμούς του - σήμανε την επάνοδο στην κανονικότητα. Ο Μέγας Διδάσκαλος, αναφερόμενος στις πληγές της πανδημίας και στην αδυναμία του διαδικτύου να αναπληρώσει την ιερότητα της διά ζώσης σύναξης, δεν στάθηκε στον θρήνο· εξήγγειλε έργα.

Πρώτα, Ταμείο Αλληλεγγύης για τους Αδελφούς που δοκιμάζονται και δημιουργία Φιλανθρωπικού Ιδρύματος υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς - η αδελφική αγάπη αποκτούσε θεσμική υπόσταση. Ακολούθησε η επαναδραστηριοποίηση της Τεκτονικής Ακαδημίας, γιατί το πνευματικό έργο είναι ο άρτος του Τέκτονος. Παράλληλα, τέθηκαν ως στόχοι, η δημιουργία Τεκτονικού Καταστήματος, η εγκατάσταση συστήματος ενδοεπικοινωνίας, η ενίσχυση της ταμειακής τάξης και η παρουσία που να ξεπερνά το 50%, ως προϋπόθεση για το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Ακόμη και η ομοιομορφία στην ενδυμασία, μέχρι τα χειρόκτια και τους λαιμοδέτες, εντάχθηκε στην ίδια αντίληψη: φροντίδα τόσο για τη μεγάλη εικόνα όσο και για την παραμικρή λεπτομέρεια, όπως αρμόζει σε οικοδόμους τέκτονες.

Η διεθνής πολιτική ασκήθηκε με την ίδια υπευθυνότητα. Εγκρίθηκε η αναγνώριση Μεγάλων Στοών πέρα από τη Βραζιλία και στη Γεωργία και ο αριθμός των Μεγάλων Στοών που αναγνωρίζουν την Μεγάλη Στοά της Κύπρου σήμερα ανέρχεται στον εντυπωσιακό αριθμό των 178.

Υπήρξε, όμως, μια στιγμή που σφράγισε εκείνη τη Συνέλευση στη μνήμη των παρόντων και ήταν, ταυτόχρονα, η μικρότερη και η μεγαλύτερη από όλες. Ο κορμός της Αγαθοεργίας διατέθηκε εξ ολοκλήρου για τη μικρή Κατερίνα, ώστε να μεταβεί στη Γερμανία για θεραπεία. Σε εκείνον τον κορμό, γεμάτο από ταπεινές εισφορές, χωρούσε ολόκληρο το νόημα του Τεκτονισμού και του Τάγματος.

Η 29η Ιανουαρίου 2023 έφερε τη δέκατη έβδομη Γενική Συνέλευση και μαζί της την ολοκλήρωση ενός ακόμη κύκλου. Ο Ενδοξότ∴ Μέγ∴ Διδ∴ Ανδρέας Χαραλάμπους, βαθιά συγκινημένος, έκανε αναδρομή στα πέντε χρόνια της Μεγάλης Διδασκαλίας του χρόνια εδραίωσης, δοκιμασίας και υπέρβασης - και μνημόνευσε το Συμβούλιό του, που στάθηκε γύρω του με αρραγές πνεύμα σύμπνοιας και ομόνοιας.

Παρέδωσε το αξίωμά του αφήνοντας πίσω του έργο στέρεο: την αναγνώριση της Μεγάλης Στοάς από περισσότερες από εκατόν εξήντα Μεγάλες Στοές του εξωτερικού, τις θεσμοθετημένες «Σταγόνες Ζωής» και το φιλανθρωπικό δείπνο, για τα οποία ευχαρίστησε τον Αδ∴ Μιχάλη Αγάθο, καθώς και την εκτεταμένη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Γενικού Κανονισμού και του Καταστατικού Χάρτη, οι καρποί της οποίας επρόκειτο να παρουσιαστούν σε επικείμενη Καταστατική Συνέλευση.

Κατά την ίδια Συνέλευση τιμήθηκε ο Αδ∴ Σπύρος Πετρακίδης για την προσφορά του στον κυπριακό Τεκτονισμό, ενώ ο Ενδ∴ Αδ∴ Ανδρέας Σοφοκλέους ανακηρύχθηκε Επίτιμος Μέγας Θησαυροφύλακας. Με ευγνωμοσύνη μνημονεύθηκε επίσης το εξαίρετο έργο του απερχόμενου Μεγάλου Θησαυροφύλακα, Ένδ∴ Αδ∴ Μάριου Πούφου.

Η Συνέλευση αποφάσισε, παράλληλα, την αύξηση των Μεγάλων Αξιωματικών κατά έναν. Το Συμβούλιο θα ήταν πλέον ενδεκαμελές για την τριετία 2023-2026. Χωρίς ανθυποψήφιο, στο ύπατο αξίωμα αναδείχθηκε ο Ενδ∴ Αδ∴ Χρύσανθος Χρυσάνθης. Και πάλι η χαλύβδινη αψίδα, και πάλι οι πέντε ξιφοφόροι και οι κρουόμενες σφύρες· και πάλι ο όρκος, η έδρα του Βασιλέως Σολομώντος και η τριπλή ανακήρυξη. Ο απερχόμενος Μέγας Διδάσκαλος, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι παραδίδει το αξίωμα σε άξιο διάδοχο, ικανό να ανεβάσει τον πήχη ακόμη ψηλότερα, τον διαβεβαίωσε ότι θα παραμείνει πάντοτε στο πλευρό του, όπως ακριβώς είχε πράξει και ο δικός του προκάτοχος πέντε χρόνια νωρίτερα.

Έτσι μεταδίδεται το φως: από χέρι σε χέρι, χωρίς ποτέ να σβήνει.

Ο νέος Πρόσθετος Μέγας Διδάσκαλος, Ένδ∴ Αδ∴ Μιχάλης Αγάθος, υποσχέθηκε, εκ μέρους του νέου Συμβουλίου, εργασία και ενότητα προς όφελος της Μεγάλης Στοάς.

Κάτω πλέον από τη σφύρα του Ενδοξότ∴ Μεγ∴ Διδ∴ Φιλτ∴ Αδ∴ Χρύσανθου Κ. Χρυσάνθη, η δέκατη όγδοη Γενική Συνέλευση, στις 3 Φεβρουαρίου 2024, έγινε μάρτυς μιας ομαλής και γόνιμης μετάβασης στη νέα εποχή. Ο Μέγ∴ Διδ∴ ανέγνωσε τον πρώτο απολογισμό της θητείας του, κάνοντας αναδρομή στο έργο που είχε επιτελεστεί. Ο προϋπολογισμός προβλεπόταν πλεονασματικός και όλοι οι απολογισμοί εγκρίθηκαν παμψηφεί. Η ομοφωνία δεν ήταν απλώς τυπική· ήταν η φωνή ενός σώματος υγιούς.

Η δέκατη ένατη Γενική Συνέλευση, στις 29 Ιανουαρίου 2025, επιβεβαίωσε ότι και η γαλήνη αποτελεί κατάκτηση. Η χρονιά, όπως ανέφερε ο Μέγας Διδάσκαλος, ευχαριστώντας το Συμβούλιό του για την άψογη συνεργασία, κύλησε ήρεμα, χωρίς σοβαρά προβλήματα στις Σεπτές Στοές. Η γαλήνη, όμως, δεν σήμαινε αδράνεια. Εξαγγέλθηκε η έκδοση Τυπικού της Τελετής Τεκτονικής Ταφής και της Τελετής επεξήγησης του Πίνακα Χαράξεως στον Βαθμό του Μαθητή, ώστε να συμπεριληφθούν στην επανέκδοση των Τυπικών των Τεκτονικών τελετών. Η τελετουργική κληρονομιά έπρεπε να παραδοθεί στις επόμενες γενιές πληρέστερη από όσο παραλήφθηκε. Ζητήθηκε, επίσης, από τους Σεβασμίους υλικό και φωτογραφίες για τον Πίνακα Χαράξεως, γιατί και η μνήμη οικοδομείται.

Κατά την ίδια Συνέλευση, παρουσιάστηκε ο προγραμματισμός του Διεθνούς Συνεδρίου των Σεπτών Στοών «Giuseppe Garibaldi», το οποίο πραγματοποιήθηκε τελικώς στις 7 έως 9 Μαρτίου 2025 με μεγάλη επιτυχία. Η διοργάνωση συγκέντρωσε στην Κύπρο Αδελφούς από διαφορετικές τεκτονικές δικαιοδοσίες και αποτέλεσε έναν ακόμη σημαντικό σταθμό στη διεθνή παρουσία της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου, επιβεβαιώνοντας ότι η Κύπρος δεν ήταν πλέον μόνο αποδέκτης της διεθνούς τεκτονικής αδελφοσύνης, αλλά και τόπος συνάντησης, διαλόγου και κοινής εργασίας.

Το αφανές οικοδόμημα

Το χρονικό των Γενικών Συνελεύσεων, ωστόσο, αποτυπώνει μόνο τις κορυφαίες στιγμές. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου μιας δεκαετίας συντελείται αθόρυβα: στις συνεδρίες του Συμβουλίου, στις γραμματείες των Στοών, στα μητρώα και στις λογοδοσίες. Αξίζει, λοιπόν, πριν το χρονικό φτάσει στο τέλος του, να στραφεί το βλέμμα και προς αυτό το αφανές οικοδόμημα.

Το 2016, η Μεγάλη Στοά της Κύπρου αριθμούσε δεκατρείς Συμβολικές Σεπτές Στοές του Κυανού Τεκτονισμού και πεντακόσια δύο μέλη - Μαθητές, Εταίρους και Διδασκάλους απλωμένα στις Ανατολές της Λευκωσίας, της Λάρνακας, της Λεμεσού, της Πάφου και της προσφυγικής Αμμοχώστου. Στο κλείσιμο της δεκαετίας, οι Στοές είχαν φτάσει τις δεκαεπτά και η δύναμη του Τάγματος ξεπέρασε κατά καιρούς τα εξακόσια εξήντα μέλη. Η αύξηση αυτή, όπως επανειλημμένα τονίστηκε από την Ανατολή, δεν επιδιώχθηκε ποτέ ως αυτοσκοπός αλλά ήρθε ως φυσικός καρπός της σοβαρότητας των εργασιών και της ακτινοβολίας του Τάγματος προς τα έξω.

Μέσα στη δεκαετία αυτή, τέσσερις νέες στήλες υψώθηκαν στο οικοδόμημα. Το 2017 ιδρύθηκε η αγγλόφωνη Σεπτή Στοά «Περσέας Αρ. 14» εν Ανατολή Λευκωσίας, ανοίγοντας το Τάγμα προς τους ξενόγλωσσους Αδελφούς που ζουν και εργάζονται στο νησί.

Ακολούθησαν, εν Ανατολή Λεμεσού, η Στοά «Unity Αρ. 15», η Στοά «Ιπποκράτης Αρ. 16» και η Στοά «Ζήνων Αρ. 18». Τρεις νέες εστίες φωτός που κατέστησαν τη Λεμεσό δεύτερο μεγάλο κέντρο του κυπριακού Τεκτονισμού και δικαίωσαν την πρόνοια των προηγούμενων ετών για την απόκτηση μόνιμης και επίσημης τεκτονικής στέγης στην πόλη.

Ιδιαίτερη θέση στην πορεία αυτή κατέλαβε και η επαναλειτουργία, το 2023, της ιταλόφωνης Σεπτής Στοάς «Giuseppe Garibaldi Αρ. 8», η οποία επανέφερε στην ενεργό τεκτονική ζωή της Κύπρου μια παράδοση με βαθιές ρίζες και έντονο διεθνή χαρακτήρα που ξεκίνησε το 2008. Η επαναδραστηριοποίησή της διεύρυνε ακόμη περισσότερο το άνοιγμα της Μεγάλης Στοάς προς τις αλλόφωνες και διεθνείς τεκτονικές κοινότητες και προσέθεσε έναν ακόμη κρίκο στην ιστορική σχέση της Κύπρου με τον ιταλικό Τεκτονισμό.

Και αν κάποιες παλαιότερες Στοές οδηγήθηκαν, υπό τις περιστάσεις και τις χρονικές συγκυρίες, εν ύπνω, το Τάγμα δεν έπαψε να τις θεωρεί δικές του. Γιατί στον Τεκτονισμό ο ύπνος δεν είναι θάνατος, αλλά αναμονή αφύπνισης.

Η ζωή των Σεπτών Στοών, όπως αποτυπώνεται χρόνο με τον χρόνο στις λογοδοσίες, υπήρξε πυκνή και ουσιαστική: εκατοντάδες τακτικές συνεδρίες ετησίως στους τρεις Βαθμούς, μυήσεις νέων μελών, εργασίες για αύξηση μισθού σε Εταίρους και Διδασκάλους και, ίσως το σημαντικότερο, ένα σταθερό ποτάμι ομιλιών και πνευματικών εργασιών, που κράτησε αναμμένη τηλυχνία της τεκτονικής παιδείας.

Δίπλα σε αυτά, λευκές και κοινές συνεδρίες, τεκτονικά συμπόσια στα ηλιοστάσια, φιλανθρωπικά δείπνα και επισκέψεις μεταξύ των Στοών έδεσαν τις Ανατολές του νησιού σε μία αδελφική αλυσίδα. Και η αλυσίδα αυτή άπλωσε τους κρίκους της πέρα από τη θάλασσα. Η Σ∴ Στ∴ «Κίμων» διδυμοποιήθηκε με τη Στ∴ «Αμάρανθυς» εν Αν∴ Χανίων, η προσφυγική Στ∴ «Ευαγόρας» με τη Στ∴ «Πίστις» εν Αν∴ Πειραιώς, ενώ η Στ∴ «Giuseppe Garibaldi» εκπροσώπησε την Κύπρο στους παγκόσμιους εορτασμούς των ομώνυμων Στοών στο Τράπανι της Ιταλίας. Ήταν ψηφίδες μιας εξωστρέφειας που καλλιεργήθηκε συστηματικά και που, χρόνο με τον χρόνο, διεύρυνε την αδελφική παρουσία της Μεγ∴ Στοάς της Κύπρου πέρα από τα όρια του νησιού.

Στην κορυφή του διοικητικού οικοδομήματος, το Συμβούλιο της Μεγ∴ Στοάς συνεδρίαζε αδιάλειπτα - δεκατρείς και δεκατέσσερις τακτικές και έκτακτες συνεδρίες τον χρόνο - και οι αποφάσεις του μετατρέπονταν, με πειθαρχία που τιμά το Τάγμα, σε εγκυκλίους, επιστολές και διατάγματα, με την ημερομηνία εκτέλεσης να συμπίπτει σχεδόν πάντοτε με την ημερομηνία λήψης. Υπήρξαν χρονιές κατά τις οποίες σχεδόν ολόκληρο το έργο του Συμβουλίου αφιερώθηκε σε έναν μεγάλο σκοπό. Το 2016, για παράδειγμα, όπως μαρτυρεί ρητά ο απολογισμός, σημαντικό μέρος των εργασιών αναλώθηκε στον προγραμματισμό και τη διοργάνωση των εορτασμών της πρώτης δεκαετίας.

Υπήρξαν, όμως, και χρονιές κατά τις οποίες το Συμβούλιο κλήθηκε να κυβερνήσει μέσα στην καταιγίδα. Στα χρόνια της πανδημίας, με διαδοχικά διατάγματα, ανέστειλε και επανεκκίνησε τις εργασίες των Στοών, προστατεύοντας πρώτα την υγεία των Αδελφών και, μόλις το επέτρεψαν οι συνθήκες, την ιερή συνέχεια των εργασιών. Η διοίκηση δεν σταμάτησε ούτε μία ημέρα· και αυτό, σε καιρούς κατά τους οποίους όλα γύρω αναστέλλονταν, υπήρξε από μόνο του κατόρθωμα.

Παράλληλα, η δεκαετία υπήρξε περίοδος εκσυγχρονισμού. Ήδη από το 2016 είχε τεθεί ο στόχος της δημιουργίας ψηφιακού αρχείου της Μεγάλης Στοάς, με ιστορικά έγγραφα και φωτογραφίες από τις εκδηλώσεις του Τάγματος και των Στοών, καθώς και της συστηματικής τακτοποίησης των βιβλίων, των εγγράφων και των αρχείων των γραμματειών. Προβλέφθηκε επίσης η συγκέντρωση των εν ισχύι εγκυκλίων σε ενιαίο εγχειρίδιο για τους Σεβασμίους.

Η προσπάθεια αυτή ωρίμασε σταδιακά και καρποφόρησε πλούσια κατά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας. Αναθεωρήθηκαν και οδηγήθηκαν σε ανατύπωση ο Γενικός Κανονισμός και ο Καταστατικός Χάρτης· ελέγχθηκαν και επανεκδόθηκαν τα Τυπικά των Βαθμών· δρομολογήθηκε η έκδοση των Τυπικών στην αγγλική γλώσσα προς χάριν των αλλόφωνων Στοών· ετοιμάστηκε νέο Τυπικό εγκατάστασης Αρχών· ενώ ο «Πίνακας Χαράξεως» πέρασε στην ηλεκτρονική εποχή.

Κορωνίδα του εκσυγχρονισμού, υπήρξε η νέα ιστοσελίδα της Μεγάλης Στοάς, με ενσωματωμένη ηλεκτρονική εφημερίδα και ψηφιακή βιβλιοθήκη. Το Τάγμα, πιστό στις παραδόσεις του, απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι δεν φοβάται τα εργαλεία του καιρού του, αλλά τα εντάσσει στην υπηρεσία του έργου του. Και ενώ μέσα στο νησί το οικοδόμημα στερεωνόταν, προς τα έξω, το όνομά του ταξίδευε. Η υπομονετική και μεθοδική εργασία για τη διεθνή αναγνώριση - επιστολή την επιστολή, συνθήκη τη συνθήκη - έφτασε, προς το τέλος της δεκαετίας, σε έναν αριθμό που θα φάνταζε αδιανόητος στους ιδρυτές. Με την ολοκλήρωση της αλληλοαναγνώρισης με τη Μεγ∴ Στοά της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, οι Μεγ∴ Στοές με τις οποίες η Μεγ∴ Στοά της Κύπρου τελούσε σε σχέση αλληλοαναγνώρισης ανήλθαν σε εκατόν εβδομήντα τρεις, σε εβδομήντα έξι χώρες του κόσμου. Η μικρή Κύπρος ,είχε πλέον τη θέση της ως ισότιμο μέλος της παγκόσμιας τεκτονικής οικογένειας.

Το έργο αυτό, είχε και τους δικούς του εργάτες. Τρεις Μεγ∴ Γεν∴ Γραμμ∴ κράτησαν, στη διάρκεια της δεκαετίας, την πένα και τη γραφίδα του Τάγματος: ο Ένδ∴ Αδ∴ Κωνσταντίνος Λ. Αγρότης, επί Μεγ∴ Διδ∴ Πέτρου Μαχαλεπή· ο Ένδ...Αδ∴ Αριστοτέλης Α. Κωμοδρόμος, επί Μεγ∴ Διδ∴ Ανδρέα Χαραλάμπους· και ο Ένδ∴ Αδ∴ Αντρέας Κ. Άσπρου, επί Μεγ∴ Διδ∴ Χρύσανθου Χρυσάνθη. Πλαισιώνονταν από τις γραμματείες των Σεπτών Στοών, από τους Μεγ∴ Αξιωματικούς και τους Μεγ∴ Επιθεωρητές οι οποίοι, χρόνο με τον χρόνο, συνέτασσαν και απέστελλαν τους απολογισμούς τους.

Σε όλους αυτούς, και σε όλους τους αφανείς διακόνους της τάξης του Τάγματος, το παρόν λεύκωμα οφείλει μια ξεχωριστή μνεία ευγνωμοσύνης. Γιατί η διοίκηση, στον Τεκτονισμό, δεν είναι γραφειοκρατία· είναι διακονία: ο γνώμονας που κρατά τις γραμμές ίσιες και η στάθμη που κρατά τις στρώσεις οριζόντιες, ώστε το κτίσμα να υψώνεται ασφαλές.

Είκοσι χρόνια μετά

Ο αμύητος βλέπει μόνο τον Ναό· ο Τέκτονας γνωρίζει πόσες πέτρες, πόσα χέρια και πόση τάξη χρειάστηκαν για να ορθωθεί. Και έτσι έφτασε το Τάγμα στο έτος 2026 - το έτος του μεγάλου σταθμού: είκοσι χρόνια από την ίδρυση της Μεγάλης Στοάς της Κύπρου.

Είκοσι χρόνια από την ημέρα κατά την οποία λίγοι οραματιστές Αδελφοί, ύψωσαν στην Κύπρο μια στήλη τεκτονικού φωτός, έως την ημέρα κατά την οποία το όνομά της τιμάται πλέον σε πέντε ηπείρους.

Έτσι ολοκληρώθηκε και η δεύτερη δεκαετία - μια δεκαετία ωριμότητας, κατά την οποία η Μεγάλη Στοά της Κύπρου γιόρτασε τη γέννησή της, ανανέωσε τα Τυπικά της, ένωσε το όνομά της με την προσφορά αίματος και αγάπης, κατέκτησε την αναγνώριση σε πέντε ηπείρους, δοκιμάστηκε στο καμίνι της πανδημίας και εξήλθε από αυτό πιο στέρεη.

Τρεις Μεγάλοι Διδάσκαλοι - ο Ενδοξότ∴ Αδ∴ Πέτρος Μαχαλεπής, ο Ενδοξότ∴ Αδ∴ Ανδρέας Χαραλάμπους και ο Ενδοξότ∴ Αδ∴ Χρύσανθος Χρυσάνθης - παρέλαβαν και παρέδωσαν τη σφύρα με ομόνοια, οικοδομώντας πάνω στα θεμέλια εκείνων που προηγήθηκαν.

Και αν κάτι διδάσκει το χρονικό αυτό σε όσους μελλοντικά το διαβάσουν, είναι τούτο: ο λίθος λαξεύεται αργά, αλλά ο Ναός υψώνεται σταθερά. Και όσο οι Αδελφοί εργάζονται με Σοφία, Ισχύ και Κάλλος και αποχωρούν από τις εργασίες πάντοτε εν ειρήνη και εχεμύθεια, ο Μέγας Αρχιτέκτων του Σύμπαντος δεν θα πάψει να ευλογεί το έργο των χειρών τους.

Το παρόν Λεύκωμα, που εκδίδεται με αφορμή αυτή την επέτειο, δεν είναι απλός απολογισμός. Είναι κατάθεση πνεύματος και παρακαταθήκη του άχρονου μέλλοντος που φορτίζουμε από εδώ με τεκτονικό Φως και αδελφική αγάπη.

Οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι

  • Ιάκωβος (Ιβίκκος) ΒορκάςΠρώτος Μέγας Διδάσκαλος, από το 2006
  • Παναγιώτης Μ. ΙωάννουΕπίτιμος Μέγας Διδάσκαλος
  • Πέτρος ΜαχαλεπήςΕπίτιμος Μέγας Διδάσκαλος, έως το 2018
  • Ανδρέας Χρ. ΧαραλάμπουςΕπίτιμος Μέγας Διδάσκαλος, 2018–2023
  • Χρύσανθος ΧρυσάνθηςΜέγας Διδάσκαλος, από το 2023

Κείμενο από το επετειακό λεύκωμα «Μεγάλη Στοά της Κύπρου 2006–2026». Συντακτική Επιτροπή: Μιχάλης Γ. Αγάθος, Χριστάκης Μελίδης, Πολύδωρος Παπαϊακώβου, Νικόλας Γ. Σάρλης, Ιωσήφ Χατζηκυριάκος.